ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ;

Yanko Domsic (1915 – 1983) Croatia/ France, « Solaire planétaire », ca 1970, ballpoint pen on cardboard, 29 x 42,5 cm, photo : Atelier de numérisation – Ville de Lausanne, Collection de l’Art Brut, Lausanne

Μετά τα Φυσικά; Ο Θάνατος του θανάτου

Ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος ονόμασε το έργο του Αριστοτέλη, που περιλαμβάνει τις βασικές του θέσεις για τη φύση των όντων «Μετά τα Φυσικά», ίσως γιατί τούτο το έργο ακολουθεί, έρχεται μετά, τα λεγόμενα φυσικά συγγράμματα του φιλοσόφου ή ακόμα επειδή καταπιάνεται με έννοιες που βρίσκονται υπεράνω των φυσικών εννοιών. Το αντικείμενο της μελέτης των Μετά τα Φυσικά συγγραμμάτων δεν είναι ούτε η φυσική πραγματικότητα ούτε η ανθρώπινη πράξη. Σκοπός της πραγματείας είναι η διάνοιξη μιας οδού προς την κατάκτηση της επιστήμης των πρώτων αρχών. Ο δικός μας τίτλος δεν παραπέμπει στη μελέτη των πρώτων αρχών, είναι μόνο κατ’ όνομα ίδιος, αν και για κάποιους υπερανθρωπιστές ο άνθρωπος, μέσω της τεχνολογικής αναβάθμισης, θα οδηγηθεί στη θέωση, κι έτσι ίσως ν’ αποτελέσει μια νέα αρχή των πάντων. Χρησιμοποιούμε τον τίτλο με ειρωνική διάθεση θέλοντας να υπογραμμίσουμε σκωπτικά, αλλά και κυριολεκτικά, εκείνο το Μετά, που γράφεται πριν το Φυσικά. Να επισημάνουμε μια χρονική διάσταση ανάμεσα σε ένα πριν και ένα μετά. Ένα πριν όπως το ξέρουμε μέχρι σήμερα κι ένα μετά έτσι όπως το οραματίζονται οι διάφοροι τεχνοπροφήτες το οποίο, μάλιστα, γι’ αυτούς, περιλαμβάνει μια φύση υπό τον απόλυτο έλεγχο ενός μεταβιολογικού είδους. Μια φύση αγνώριστη, που θα αντικατασταθεί απ’ την τεχνική, με τους βιολογικούς περιορισμούς εξαφανισμένους και τον θάνατο θεραπευμένο. Για το ερωτηματικό στο τέλος είναι να απορεί κανείς… Ιδού το έργο της φιλοσοφίας. Θέλουμε να πιστεύουμε πως ο τίτλος που διαλέξαμε δεν θα σας μπερδέψει και οι σκέψεις που ακολουθούν να είναι αντάξιες του ονόματος του.

Ο Αριστοτέλης, όπως και ο Πλάτωνας, ανέπτυξαν μια διεξοδική επιστήμη για την ουσία του ανθρώπου, την ψυχή του, επικεντρώθηκαν ωστόσο στο νου και το πνεύμα και αμέλησαν την ανάλυση των παθών της ψυχής. Τούτο αποτέλεσε, κυρίως, έργο των ποιητών. «πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει» τραγουδά ο χορός στους Αθηναίους στο πρώτο στάσιμο της Αντιγόνης.[1] Τίποτα δεν είναι πιο δεινό, πιο τρομερό, πιο τερατώδες και συνάμα πιο θαυμαστό και μεγαλειώδες, απ’ τον ίδιο τον άνθρωπο. Ο Σοφοκλής, αποδίδοντας στον άνθρωπο αυτό το δεινόν, μας φανερώνει την ουσία του ανθρώπου, το αριστοτελικό τί ἐστι.[2] Αυτό που κάνει έναν άνθρωπονα να είναι τέτοιος όπως είναι δεν έρχεται ως προίκα της φύσης, δεν είναι κάτι προκαθορισμένο, παρά συλλαμβάνεται μέσα στα ίδια τα έργα του ως δημιουργία και αυτοδημιουργία. Τούτη η σύλληψη του ποιητή φωτίζεται και δυναμώνει λίγο παρακάτω, στη δεύτερη στροφή του στασίμου, από τη μέση φωνή του ρήματος διδάσκω: καὶ φθέγμα καὶ ἀνεμόεν φρόνημα καὶ ἀστυνόμους ὀργὰς ἐδιδάξατο. Η μέση φωνή δηλώνει ακριβώς την επιστροφή της ενέργειας πάνω στο υποκείμενο που ενεργεί. Ο άνθρωπος δεν έλαβε, αλλά δίδαξε τον εαυτό του. Δημιούργησε το φθέγμα – τη γλώσσα, το φρόνημα – τη σκέψη, και τις αστυνόμους οργάς – τα θεσμίζοντα πάθη, τις ορμές που δίνουν νόμους στα άστεα, που θεσμίζουν τις πόλεις. Οι θεσμοί δεν μπορούν να διατηρηθούν χωρίς αυτό το πάθος.[3] Ο Σοφοκλής,δίνοντας έμφαση στην προσωποποιημένη αυτοδημιουργία και πολυμηχανία, στον παντοπόρο άνθρωπο δηλαδή, τον ικανό να εφευρίσκει και να επινοεί, αναγνωρίζει ένα και μόνο απόλυτο όριο, το θάνατο (Ἅιδα μόνον φεῦξιν οὐκ ἐπάξεται· απ’ τον Άδη μονάχα να ξεφύγει δεν μπορεί). Ο θάνατος για τους αρχαίους είναι οριστικός, είναι τέλος θανάτοιο, για να θυμηθούμε την Ιλιάδα. Ωστόσο, την επίγνωση της περατότητας, τη θνητότητά του ως έσχατη αλήθεια, ο άνθρωπος την αποδέχεται μέσα σε μια διπλή ένταση: από τη μια, είναι ένα memento mori, μια ενθύμηση θανάτου, κι από την άλλη, ένα carpe diem, μια έκρηξη ζωής και δημιουργικότητας. Θνητός αλλά και δεινός, νοηματοδοτεί τη ζωή, τη μετατρέπει σε βίο, και δεν σταματά να θεσμίζει, να μηχανεύεται, να διδάσκεται, να δημιουργεί.

Το νόημα της θνητότητας στον κόσμο μας πλήττεται από μια κυρίαρχη κουλτούρα η οποία μας προτρέπει να ζούμε σαν να είμαστε αθάνατοι. Η μετα-βιομηχανική, μετα-μοντέρνα, μετα-νεωτερική εποχή, ακόμη και μέσω των κατονομασιών της, παρουσιάζει ακριβώς μιαν αντίληψη πως το παρόν θα διαρκέσει για πάντα και πως το μέλλον δεν είναι άλλο από ένα παρατεινόμενο παρόν. Αφού το μετά είναι ήδη εδώ, τι θα μπορούσε να το διαδεχθεί; Όμως και σε τούτο το παρόν, έτσι όπως μας παρουσιάζεται, ο χρόνος ως διάρκεια απουσιάζει.[4] Ανάγεται στο ακριβώς αντίθετο: σε μια στιγμιότητα που εξαντλείται στη διάρκεια ενός διαφημιστικού σποτ. Το carpe diem μεταλλάσσεται σε κυνήγι εφήμερων απολαύσεων. Ο χρόνος που δεν αφιερώνεται στην παραγωγή ξοδεύεται στην κατανάλωση προϊόντων και εικόνων. Το υποκείμενο, μέσω της διαρκούς συνδεσιμότητας, βιώνει τον χρόνο εκτός της παρούσας στιγμής, σε μια ψηφιακή πραγματικότητα όπου το σώμα απουσιάζει. Αποκορύφωμα αυτής της παραμόρφωσης του βιωμένου χρόνου, ως αιώνιου παρόντος, είναι η προτροπή να κινητοποιήσουμε την τεχνολογία ώστε να δημιουργήσουμε έναν νέο άνθρωπο που δεν υπόκειται στον χρόνο, απρόσβλητο απ’ τον θάνατο. Να ξεπεράσουμε δηλαδή αυτό το απόλυτο όριο, τη σημασία του οποίου αναγνώριζε ήδη ο Σοφοκλής.

Η κατάκτηση της αθανασίας εκφράζεται σήμερα μέσα από δύο κυρίαρχα ρεύματα, τον υπερανθρωπισμό και τον μετανθρωπισμό. Ο υπερανθρωπισμός είναι ένα κοινωνικό και φιλοσοφικό κίνημα που προασπίζει τη ριζική ανθρώπινη αναβάθμιση με απώτερο στόχο την αθανασία. Ένας από τους κύριους εκπροσώπους του, ο Nick Bostrom, ορίζει τον υπερανθρωπισμό ως το «διανοητικό και πνευματικό κίνημα που επιβεβαιώνει την δυνατότητα και το επιθυμητό της ριζικής βελτίωσης της ανθρώπινης συνθήκης μέσω του εφαρμοσμένου ορθού λόγου, ιδίως αναπτύσσοντας και διαθέτοντας ευρέως τεχνολογίες που εξαλείφουν το γήρας και αναβαθμίζουν σημαντικά τις διανοητικές, ψυχικές και σωματικές ικανότητες του ανθρώπου».[5] Για τους υπερανθρωπιστές ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από την απεριόριστη ικανότητά του για αυθυπέρβαση και οφείλει να απαλλαγεί απ’ τους βιολογικούς περιορισμούς του και το άσκοπο πάσχειν που αυτοί προξενούν. Χρησιμοποιώντας την τεχνολογία και την επιστήμη μπορεί να ξεπεράσει τον μη ευφυή, και ατελή σχεδιασμό του και να φτάσει στη θέωση. 

Ο μετανθρωπισμός τώρα διακρίνεται σε κριτικό και τεχνικό. Οι τεχνικοί μετανθρωπιστές αποβλέπουν στη δημιουργία ενός μεταβιολογικού είδους που θα διαδεχθεί το ανθρώπινο. Για αυτούς, η τεχνική δεν αποτελεί μέσο βελτίωσης του ανθρώπου αλλά αυτοσκοπό.Σε αυτή τη θεώρηση, ο άνθρωπος αποτελεί απλώς ένα ενδιάμεσο εξελικτικό στάδιο της ιστορίας, που θα αντικατασταθεί από μια τεχνική ετερότητα, πραγματωμένη είτε με τη μορφή συγχώνευσης ανθρώπου και μηχανής είτε με τη μορφή μιας υπερευφυούς τεχνητής νοημοσύνης. Η μετάβαση αυτή προϋποθέτει τη μεταφόρτωση του νου και την επίτευξη μιας ψηφιακής αθανασίας, η οποία θα σηματοδοτήσει τη ριζική ρήξη του ανθρώπου από τα δεσμά της σωματικότητας και της θνητής του φύσης. Ο κριτικός μετανθρωπισμός από την άλλη αποδοκιμάζει τόσο τον υπερανθρωπισμό όσο και τον τεχνικό μετανθρωπισμό για τις ατομοκεντρικές αντιλήψεις τους και τη διαιώνιση σχέσεων κυριαρχίας.Με αφετηρία την απόρριψη κάθε δυισμού (σώμα/νους, γυναίκα/άντρας, άνθρωπος/μηχανή, φύση/πολιτισμός) και την αποστροφή απέναντι στο αίσθημα υπεροχής που έχει επιδείξει ο άνθρωπος απέναντι στα άλλα είδη οι υποστηρικτές του προτάσσουν την αναδιαμόρφωση του ανθρώπου μέσω της τεχνικής.[6] Η Donna Haraway, χαρακτηριστική εκπρόσωπος του ρεύματος, στο A cyborg Manifesto δηλώνει: “I would rather be a cyborg than a goddess.[7] Με ειρωνική, αποκαλυπτική διάθεση χρησιμοποιεί την αλληγορία του κυβερνοοργανισμού για να περιγράψει ένα υβριδικό είδος, του οποίου η έλευση θα απαλλάξει την ανθρωπότητα από διακρίσεις και ανισότητες.

Τόσο οι υπερανθρωπιστές όσο και οι τεχνικοί μετανθρωπιστές, ως σύγχρονοι τεχνοπροφήτες, αναγγέλλουν τον επικείμενο θάνατο του θανάτου. Χαρακτηριστικά, ένα από τα σύνθηματά τους συνοψίζεται στη φράση “to kill the death.” Πως θα ήταν όμως ένας κόσμος αθανάτων; Δεδομένου ότι η περατότητα ορίζει την ανθρώπινή μας κατάσταση η ζωή θα έχανε το νόημα της. Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες στην μικρή ιστορία του «Ο Αθάνατος» περιγράφει την περιπλάνηση του Καρτάφιλου στην Πόλη των Αθανάτων.[8] Η Πόλη παρουσιάζεται ως ένας σωρός ερειπίων, ένας ανορθολογικός λαβύρινθος, που έχει αντικαταστήσει την ένδοξη πόλη των θνητών. Πρόκειται για το τελευταίο εγχείρημα που ανέλαβαν οι αθάνατοι. Αφού γκρέμισαν την παλιά πόλη και ξεκίνησαν να οικοδομούν τη δική τους, συνειδητοποίησαν πως κάθε δραστηριότητα είναι μάταιη και αποσύρθηκαν στις σπηλιές. Αποφάσισαν έτσι να ζήσουν μέσα στη σκέψη, μέσα σε έναν καθαρό στοχασμό, έχοντας εγκαταλείψει ουσιαστικά την πράξη, την εργασία και τον μόχθο, τις τρεις θεμελιώδεις ανθρώπινες δραστηριότητες. Θεμελιώδεις διότι, όπως το θέτει η Χάνα Άρεντ, «κάθε μια απ’ αυτές αντιστοιχεί σ’ έναν από τους βασικούς όρους, υπό τους οποίους έχει δοθεί η ζωή στον άνθρωπο πάνω στη γη».[9] Για τους αθάνατους ο χρόνος ως υπόμνηση της ευθραυστότητας έχει χάσει τη σημασία του. Ένας αθάνατος δεν ανησυχεί μήπως χάσει κάτι, μιας και έχει τον χρόνο να βιώνει τα πάντα αιώνια και επανειλημμένα. Επιπλέον, ο αθάνατος βρίσκεται εκτός χρόνου. Η αθάνατη ζωή χωρίς το επικείμενο τέλος, και δίχως σκοπό, σταδιακά εξασθενίζει: καταντά αφόρητη, πληκτική, α-νόητη. Η αθανασία έχοντας απομυζήσει το πάθος, έχει εξαφανίσει τη δέσμευση, την αμεσότητα και την αφοσίωση που χαρακτηρίζουν τις ανθρώπινες δραστηριότητες.[10] «Μια ζωή δίχως χρονικό ορίζοντα δεν μπορεί να διαμορφωθεί σε βίο, καθώς η νοηματοδότησή της προϋποθέτει την ύπαρξη ορίων. Όπως ένα άπειρο ζυμάρι δεν μπορεί να ζυμωθεί, έτσι μια αθάνατη ζωή δεν μπορεί να διαμορφωθεί, δηλαδή να νοηματοδοτηθεί. Καθώς όλες οι επιλογές μπορεί να γίνουν κάποια στιγμή και όλες οι επιθυμίες να εκπληρωθούν, δεν υπάρχει λόγος να αναρωτηθεί κανείς πώς να ζήσει τη ζωή του».[11]

Συλλαμβάνοντας τον ανθρώπινο βίο εντός της αναγνωρίσιμης ιστορίας του, από τη γέννηση ως τον θάνατο, οι στιγμές της εμπειρίας και οι πράξεις μας επενδύονται με νόημα, έχουν μια μοναδικότητα. Για τους αθάνατους δεν υπάρχει κατάλληλος χρόνος, ούτε καιρός, παρά μονάχα αέναη επανάληψη. Η απώλεια της θνητότητας, έτσι, καθίσταται καίρια· σημαίνει την εξαφάνιση του νοήματος και κατ’ επέκταση την έκλειψη της ίδιας της ζωής. «Δίχως τη θνησιμότητα αλλά και τη γεννητικότητα, δίχως, με άλλα λόγια αυτό που οι Αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν ζωή, δεν μπορεί να υπάρξει η ιδιαίτερη ζήση του εκάστοτε ατόμου, τουτέστιν ο βίος».[12]

Το ζήτημα της αθανασίας εγείρει πολλά και δύσκολα ερωτήματα. Αλήθεια, γιατί να τεκνοποιήσει κανείς αν δεν πεθαίνει; Η ανθρώπινη κατάσταση θεμελιώνεται σε μια διαρκή επανεκκίνηση. Μέσω της αναπαραγωγής, της διαρκούς ανανέωσης του ανθρώπινου είδους, «η θνητότητα δεν είναι παρά η πίσω όψη της γεννησιμότητας».[13] Ένας κόσμος χωρίς νέους ανθρώπους, χωρίς παιδιά, θα ήταν ένας κόσμος ηλικιωμένων και γέρων, ένας κόσμος ήδη γνωστών που θα είχε χάσει τον αυθορμητισμό και την έκπληξη που προκαλεί η έλευση εκείνων που δεν έχουν υπάρξει ακόμα.[14] Όντας αθάνατο, το ανθρώπινο είδος θα έτεινε σταδιακά προς μια στείρα ομογενοποίηση, ορφανό από εκείνο το ιδιαίτερο βίωμα της ετερότητας που οδήγησε κάποια στιγμή τον ποιητή να φωνάξει: «Εγώ είναι ένας Άλλος».[15] 

Η επιθυμία της αιωνιότητας εμφανίζεται ανά τους αιώνες μέσα στους μύθους, τις τελετουργίες, τα ταφικά έθιμα, τη θρησκεία, τη φιλοσοφία και την τέχνη. Αφορά όμως την αιωνιότητα μιας ψυχής, όχι μιας αλγοριθμικής διαδικασίας, η οποία μάλιστα, από μια άλλη οπτική, επιτυγχάνεται μέσα από τα έργα, τη γνώση, τις τεχνικές και τις σημασίες που κάθε γενιά κληροδοτεί στην επόμενη μέσω του πολιτισμού. Κι αυτό απέχει πολύ απ’ την επιδίωξη της δημιουργίας ενός κόσμου αθανάτων, όπου, εξερευνώντας το σύμπαν και συσσωρεύοντας εμπειρίες, θα αντλούν απόλαυση από την ικανοποίηση της διανοητικής τους περιέργειας.[16] Αυτός ο μάταιος στόχος της απεριόριστης κατανάλωσης εμπειριών μας φέρνει στο νου εκείνο που ο Αλεξίς ντε Τοκβίλ ανέλυε ως βασικό παρεπόμενο του δυτικού νεωτερικού συστήματος: «προσπαθώ να φανταστώ υπό ποια καινούργια χαρακτηριστικά θα μπορούσε να υπάρξει ο δεσποτισμός στον κόσμο: βλέπω ένα πλήθος αναρίθμητο ομοίων και ίσων ανθρώπων που περιστρέφονται ακούραστα περί τον εαυτό τους για να προσποριστούν μικρές και φτηνές απολαύσεις».[17]

Σύμφωνα με τη σκέψη του Καστοριάδη, οι αρχαιοελληνικοί μύθοι είναι αληθινοί. Στις δημιουργημένες σημασίες τους εμπεριέχεται μια αφηγηματική ταυτότητα, ουσιαστική όχι μόνο για τη δεδομένη κοινωνία αλλά και για εμάς τους ίδιους. Υπό αυτό το πρίσμα έχουν μια οικουμενική διάσταση. Η αρχαία ελληνική ποίηση ενσωματώνει το ερώτημα του πεπερασμένου της ανθρώπινης ύπαρξης. Την ίδια στιγμή που η ανθρωπότητα σήμερα σπαταλά το χρόνο της με ιστοριούλες για την αθανασία, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν ήδη ανακαλύψει το γεγονός του αμετάκλητου θανάτου. Η θρησκεία στα ομηρικά έπη δεν είναι μια εξ αποκαλύψεως θρησκεία· δεν καλλιεργεί ελπίδες αθανασίας ή ατομικής σωτηρίας. Ωστόσο, το ουσιώδες του αρχαίου ελληνικού κόσμου προχωρά πέρα από την εκπληκτική διαπίστωση του οριστικού θανάτου. Δεν υπάρχει μόνο η γνώση της θνητότητας αλλά και η επιλογή του τρόπου θανάτου, όπως και η επιλογή του ίδιου του θανάτου. Ο Αχιλλέας αναχωρεί για την Τροία γνωρίζοντας ότι τίποτα δεν αξίζει όσο η ζωή όμως επιλέγει το θάνατο και το ἄφθιτον κλέος: την αιώνια δόξα του ήρωα που ποτέ δεν φθίνει. «Η τραγική σύλληψη έγκειται στην σύλληψη αυτής της έσχατης αντίφασης: τίποτα δεν αξίζει όσο η ζωή, αλλά αν τίποτα δεν αξίζει περισσότερο από τη ζωή, τότε η ζωή δεν αξίζει τίποτα».[18] Το ίδιο και ο Σωκράτης: «παραδίνεται στο νόμο της πολιτείας που τον ανέθρεψε […] και δεν διστάζει στιγμή να υποταχτεί στην αδικία για χάρη της δικαιοσύνης, να δώσει ζωή στην πόλη προσφέροντάς της, σφαγείο, τον εαυτό του».[19] Τόσο στα λόγια εκείνων που τον κατηγορούν όσο και στις προτροπές των φίλων του να παρανομήσει για να σωθεί δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του. Για αυτόν τον λόγο δέχεται να πεθάνει. Ο Σωκράτης σώζει τον εαυτό του πεθαίνοντας, αλλά σώζει και κάτι για εμάς· την «θριαμβευτική επιβεβαίωση της μετουσίωσης[20], ρίζα και συνεχιζόμενη συνθήκη της ιστορικής ζωής που έχει τραφεί από τόσους εθελούσιους θανάτους».[21] Το σωκρατικό παράδειγμα αποκαλύπτει μια διαχρονική σημασία για τα ανθρώπινα πράγματα. Ο Σωκράτης, ως παθών σώμα, προβάλλει αδιάλειπτα το νόημα της ζωής πάνω στο μη-νόημα του θανάτου. Και η φιλοσοφία, ως μελέτη θανάτου, δια του θαυμάζειν, παίρνει τη θέση της.


[1] βλ. Σοφοκλής, Αντιγόνη, στίχ. 332-364 στο: Σοφοκλέους Αντιγόνη και σελίδες για την Αντιγόνη των Friedrich Holderlin, Soren Kierkegaard, Martin Heidegger, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2017, μτγρ.-σημ.-σχόλια Συμεών Γρ. Σταμπουλού, σελ. 68-70

[2] Όπως σημειώνει ο Βασίλης Κάλφας σε ένα σχόλιό του στο Μετά τα Φυσικά του Αριστοτέλη, «η ουσία δεν λέγεται καθ’ ὑποκειμένου, δεν προσδίδει ιδιότητες σε ένα υποκείμενο, αλλά όταν αποδίδεται σε ένα υποκείμενο αποκαλύπτει το τι πραγματικά είναι, τον ορισμό του». Για τον Αριστοτέλη λόγου χάρη ο άνθρωπος αποτελεί ἀρχὴν τῶν ἐσομένων δηλαδή κανόνα και εκκίνηση όλων όσων πρόκειται να συμβούν, βλ. Βασίλης Κάλφας, Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά Βιβλίο Α, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2009, εισ. – μτφρ. – σχόλια, σελ. 309 όπως επίσης βλ. Κορνήλιος Καστοριάδης, Η ελληνική ιδιαιτερότητα – Τόμος Α΄ – Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο – σεμινάρια 1982-1983, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2007, μτφρ. Ξενοφών Γιαταγάνας, σελ. 178

[3] βλ. Αισχύλεια ανθρωπογονία και Σοφόκλεια αυτοδημιουργία του άνθρωπου στο: Κορνήλιος Καστοριάδης, Ανθρωπολογία Πολιτική Φιλοσοφία – πέντε διαλέξεις στη Βόρειο Ελλάδα, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 2001, σελ. 32

[4] Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό, Το τέλος του ανθρώπινου είδους;, Περιοδικό Πρόταγμα, Τεύχος 6, Δεκέμβριος 2013, μτφρ. Νίκος Μάλλιαρης, σελ. 115

[5] Θεοφάνης Τάσης, Φιλοσοφία της ανθρώπινης αναβάθμισης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2021, σελ. 14

[6] Θεοφάνης Τάσης, Φιλοσοφία της ανθρώπινης αναβάθμισης, όπ. π., σελ.13-28

[7] βλ. A cyborg manifesto – Science, Technology, and Socialist-Feminism in the late twentieth century στο: Donna J. Haraway, Manifestly Haraway, University of Minnesota Press, 2016, σελ. 68

[8] Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Άπαντα Πεζά, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2005, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 229-243

[9] Χάνα Άρεντ, Η ανθρώπινη κατάσταση (Vita Activa), εκδ. Γνώση, Αθήνα 2008, μτφρ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Στέφανος Ροζάνης, σελ. 19

[10] Todd May, Θάνατος – Αντιμέτωποι με τη θνητότητά μας, εκδ. Στάσει Εκπίπτοντες, Αθήνα 2016, μτφρ. Σπύρος Κουρούκλης, σελ.75-119

[11] Θεοφάνης Τάσης, Φιλοσοφία της ανθρώπινης αναβάθμισης, όπ. π., σελ. 203

[12] Φρανκ Νταμούρ, Μακάριοι οι θνητοί γιατί είναι ακόμη ζωντανοί, εκδ. Μάγμα, Αθήνα 2018, μτφρ. Νίκος Ν. Μάλλιαρης, σελ. 19

[13] όπ. π., σελ. 15

[14] Χανς Γιώνας, Η αρχή της ευθύνης – Αναζητώντας μια ηθική για τον τεχνολογικό πολιτισμό, εκδ. Αρμός, Αθήνα 20212, μτφρ. Ντίνα Σαμοθράκη, Θεόδωρος Στουφής, σελ. 74

[15] Arthur Rimbaud, Ένα ποίημα και πέντε επιστολές, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 20082, μτφρ. Πασχάλης Στρατής, σελ. 62

[16] Φρανκ Νταμούρ, Μακάριοι οι θνητοί γιατί είναι ακόμη ζωντανοί, όπ. π., σελ. 58-63

[17] Αλεξίς ντε Τοκβίλ, Η δημοκρατία στην Αμερική, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 2008, μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης, σελ. 700

[18] Κορνήλιος Καστοριάδης, Η ελληνική ιδιαιτερότητα – Τόμος Α΄ – Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο – σεμινάρια 1982-1983, όπ. π., σελ. 159

[19] Κωστής Παπαγιώργης, Σωκράτης – Ο νομοθέτης που αυτοκτονεί, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 20147, σελ. 11

[20] «Η μετουσίωση είναι η διαδικασία με την οποία η ψυχή εξαναγκάζεται να αντικαταστήσει τα “δικά της” ή “χωρίς” επένδυση “αντικείμενα” (μέσα στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η ίδια “εικόνα” που έχει για τον εαυτό της) με αντικείμενα που υπάρχουν και αξίζουν / ισχύουν μέσα στην κοινωνική τους θέσμιση και μέσω αυτής και να τα καταστήσει “αιτίες”, “μέσα” ή “στηρίγματα” πόθου γι’ αυτή», βλ. Κορνήλιος Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1981, μτφρ. Σωτήρης Χαλικιάς, Γιούλη Σπαντιδάκη, Κώστας Σπαντιδάκης, σελ. 440

[21] βλ. Η κατάσταση του υποκειμένου σήμερα στο: Κορνήλιος Καστοριάδης, Ο θρυμματισμένος κόσμος, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 19992, μτφρ. Ζήσης Μαρίκας, Κώστας Σπαντιδάκης, σελ. 213

Βιβλιογραφία

Άρεντ Χ., Η ανθρώπινη κατάσταση (Vita Activa), εκδ. Γνώση, Αθήνα 2008, μτφρ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Στέφανος Ροζάνης

Γιώνας Χ., Η αρχή της ευθύνης – Αναζητώντας μια ηθική για τον τεχνολογικό πολιτισμό, εκδ. Αρμός, Αθήνα 20212, μτφρ. Ντίνα Σαμοθράκη, Θεόδωρος Στουφής

Haraway D.J., Manifestly Haraway, University of Minnesota Press, 2016

Κάλφας Β., Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά Βιβλίο Α, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2009

Καστοριάδης Κ., Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1981, μτφρ. Σωτήρης Χαλικιάς, Γιούλη Σπαντιδάκη, Κώστας Σπαντιδάκης

Καστοριάδης Κ., Ο θρυμματισμένος κόσμος, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 19992, μτφρ. Ζήσης Μαρίκας, Κώστας Σπαντιδάκης

Καστοριάδης Κ., Ανθρωπολογία Πολιτική Φιλοσοφία – πέντε διαλέξεις στη Βόρειο Ελλάδα, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 2001

Καστοριάδης Κ., Η ελληνική ιδιαιτερότητα – Τόμος Α΄ – Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο – σεμινάρια 1982-1983, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2007, μτφρ. Ξενοφών Γιαταγάνας

May T., Θάνατος – Αντιμέτωποι με τη θνητότητά μας, εκδ. Στάσει Εκπίπτοντες, Αθήνα 2016, μτφρ. Σπύρος Κουρούκλης

Μπόρχες Χ.Λ., Άπαντα Πεζά, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2005, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης

Νταμούρ Φ., Μακάριοι οι θνητοί γιατί είναι ακόμη ζωντανοί, εκδ. Μάγμα, Αθήνα 2018, μτφρ. Νίκος Ν. Μάλλιαρης

Παπαγιώργης Κ., Σωκράτης – Ο νομοθέτης που αυτοκτονεί, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 20147

Rimbaud A., Ένα ποίημα και πέντε επιστολές, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 20082, μτφρ. Πασχάλης Στρατής

Σταμπουλού Σ. Γρ., Σοφοκλέους Αντιγόνη και σελίδες για την Αντιγόνη των Friedrich Holderlin, Soren Kierkegaard, Martin Heidegger, μεταγραφή, σημειώσεις, σχόλια, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2017

Τάσης Θ., Φιλοσοφία της ανθρώπινης αναβάθμισης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2021

Τοκβίλ ντε Α., Η δημοκρατία στην Αμερική, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 2008, μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης

Περιοδικά

Μαντοζιό Ζ-Μ., Το τέλος του ανθρώπινου είδους;, Περιοδικό Πρόταγμα, Τεύχος 6, Δεκέμβριος 2013, μτφρ. Νίκος Μάλλιαρης

Leave a comment

Comments (

0

)