HOMO ECONOMICUS

Carlo Zinelli (1916-1974) Italy, untitled, 1961, watercolour on papier, 50 x 70 cm, © photo credit Collection de l’Art Brut, Lausanne

HOMO ECONOMICUS – ΟΙ ΩΜΟΚΕΝΤΡΕΣ ΠΑΡΑΝΟΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ ΑΥΘΕΝΤΙΑΣ

Ο κόσμος μας, στην αυγή του 21ου αιώνα – υπό τις οδυνηρές επιπτώσεις μιας πολυδιάστατης αυτοτροφοδοτούμενης αποσύνθεσης[1], και με μοναδικούς «πνευματικούς οδηγούς» μια θεαματική mainstream κουλτούρα, και μια θρησκευτικού τύπου πρωτοφανή και εντελώς ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της τεχνολογίας – διασχίζεται απ’ άκρη σ’ άκρη από ψηφιακές πληροφοριακές λεωφόρους, με εξέχοντα πρωταγωνιστή τον ασήμαντο άνθρωπο. Γιατί ασήμαντος; Διότι οι κοινωνίες μας, τα τελευταία τουλάχιστον πενήντα χρόνια, έχουν εισέλθει σε μια ολοένα και πιο έντονη φάση ιδιώτευσης, απάθειας και μαρασμού — μια taedium vitae, καθιστώντας την ένα κοινωνιολογικό τερατούργημα, μια νεοπλασία, που εξαπλώνεται γοργά και παραλυτικά. Ας μην ξεχνούμε επίσης πως αυτή η συγκεκριμένη αλλαγή της καπιταλιστικής κοινωνίας μεταμόρφωσε σταδιακά τον τύπο του ανθρώπου που η ίδια δημιούργησε. Κι αυτό είναι ακριβώς που χρειάζεται να τονίσουμε: οι άνθρωποι, οι κατ’ ευφημισμόν πολίτες, δημιουργήματα αυτής της κοινωνίας και ταυτόχρονα δημιουργοί της, έχουν αποσυρθεί από τη δημόσια σφαίρα επιτρέποντας σε ολιγάριθμες ομάδες συμφερόντων να πράττουν ό,τι θέλουν, όποτε θέλουν και για όποιον σκοπό το επιθυμούν.

Η ασχήμια του παρόντος, βέβαια, έχει αναδρομική ισχύ. Όπως σημειώνει ο Πιερ Κλαστρ στο επίμετρό του, σχολιάζοντας την ‘Πραγματεία περί εθελοδουλείας’, «ο Λα Μποεσί, διακρίνει αυτό το απεχθές σημάδι της παρακμής, πιθανώς μη αναστρέψιμης: ο νέος άνθρωπος, προϊόν της ακατανόητης δυστυχίας, αυτός ο άνθρωπος δεν είναι πια άνθρωπος, μα ούτε και ζώο, αφού “τα ίδια τα ζώα…δεν μπορούν να συνηθίσουν τον έλεγχο χωρίς να διαμαρτύρονται” […] Χάνοντας την ελευθερία ο άνθρωπος χάνει την ανθρωπινότητά του. Είσαι άνθρωπος όταν είσαι ελεύθερος […]».[2]

Από το πορτρέτο του σύγχρονου κόσμου δεν μπορεί επίσης να απουσιάζει το απεχθές deadpan[3] βλέμμα των εκάστοτε επαγγελματιών πολιτικών. Η ιδεολογική τους μέριμνα — «ορθολογικά» νομιμοποιημένη από τον ίδιο της τον εαυτό και ουσιαστικά κυρωμένη από στρατιές εξαθλιωμένων ψηφοφόρων και εντεταλμένων «επιστημόνων», από το ξέσπασμα της βιομηχανικής επανάστασης έως και τις μέρες μας — υπήρξε η έννοια της απεριόριστης ανάπτυξης και η παρεπόμενη επιβολή ενσωμάτωσης όλου του κόσμου στα πρότυπα του δυτικού καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος. Ιδεώδες αυτού του νεότερου φαντασιακού[4], η οικονομική πρόοδος, ανάγεται σε ύψιστη αξία της κοινωνικής ζωής. Με άλλα λόγια, όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες και όλες τους οι συνέπειες υπάγονται μέσα στο σύστημα παραγωγή-κατανάλωση και αξιολογούνται αποκλειστικά με όρους χρηματικούς. Ο αριθμός, η στατιστική, ο αλγόριθμος προβάλλονται πλέον ως αποκλειστικοί συντελεστές της αποτίμησης του κόσμου παραμερίζοντας παραδοσιακές κοινωνικές σημασίες όπως το συν-αίσθημα, η αλληλεγγύη, η φρόνηση και ο αυτοπεριορισμός. Αυτή η επικρατούσα αξίωση για οικονομική πρόοδο και χρηματοπιστωτική κερδοφορία είναι άλλωστε που οδήγησε σταδιακά στη δημιουργία μιας καταναλωτικής κοινωνίας βασισμένης στο δανεισμό, στην προπαγάνδα της διαφήμισης και στην προγραμματισμένη απαξίωση των προϊόντων. 

Οι απολογητές του φιλελεύθερου οικονομικού καθεστώτος, στις διάφορες παραλλαγές του, από τον Ρικάρντο έως τους σημερινούς οικονομολόγους, δεν διστάζουν να προβούν σε δοξολογίες υπέρ της αναγκαιότητάς του. Παρουσιάζοντάς το ως «ορθολογικό» εξυμνούν «την πολιτική οικονομία και το αντικείμενό της ως διερεύνηση της “καθαρής λογικής της επιλογής” ή ως σπουδή της “χρησιμοποίησης περιορισμένων μέσων για την πραγματοποίηση απεριόριστων στόχων”».[5] Είναι περισσότερο από προφανές πως γι’ αυτούς, η ανάδυση του καπιταλισμού σηματοδοτεί τη χειραφέτηση του ανθρώπου μέσω του ορθού λόγου, η οποία εξασφαλίζει αξιοπρέπεια, ηθική πρόοδο, και, κατ’ επέκταση, ευτυχία, μέσα σ’ ένα βασίλειο ωφελιμότητας, όπου το κράτος, στη χειρότερη περίπτωση, καθίσταται εγγυητής απολαύσεων. Μάλιστα για τον νομπελίστα Φ. Χάγιεκ, η καπιταλιστική κοινωνία έχει αποδείξει την ανωτερότητά της μέσω δαρβινικής επιλογής! Ο κεκαλυμμένος κοινωνικός δαρβινισμός του Χάγιεκ δεν είναι μονάχα ωμός και χυδαίος[6] αλλά ολισθαίνει στο τυπικό λογικό σφάλμα όσων προβαίνουν σε αντίστοιχες διατυπώσεις. Πέρα, λοιπόν, από μια κοινότοπη ταυτολογία (ο πιο ικανός να επιβιώσει είναι ο ικανότερος προς επιβίωση, η οποία δε μας πληροφορεί ουσιαστικά για τίποτα), ο καπιταλισμός, στην ουσία, δίχως να είναι καλύτερος ή ορθολογικότερος, απέδειξε την «υπεροχή» του με τον πιο απάνθρωπο και βίαιο τρόπο: την κυριάρχηση του πιο ισχυρού.[7]

Η εν λόγω ηγεμόνευση δεν εκδηλώνεται μόνο μέσω της υποδούλωσης άλλων λαών, ούτε πραγματώνεται αποκλειστικά μέσα σε ένα αμιγώς οικονομικό πλαίσιο, αλλά εξαπλώνεται σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής αποικίζοντας το φαντασιακό των κοινωνιών και των ατόμων. Για τον Καρλ Πολάνυι, μάλιστα, η επικράτηση του καπιταλισμού συνιστά μια ιστορική ανωμαλία. Σε αντίθεση με τις προκαπιταλιστικές κοινωνίες όπου οι οικονομικές σχέσεις εξαρτώνταν από τις κοινωνικές σχέσεις, στον καπιταλισμό είναι οι κοινωνικές σχέσεις που καθορίζονται από τις οικονομικές.[8] Η οικονομία της αγοράς, η οποία στηρίζεται στην αυτονόμηση της οικονομικής σφαίρας και στην επικράτηση της τελευταίας επί της κοινωνίας, κατέστρεψε τα προηγούμενα συστήματα, που βασίζονταν στην αμοιβαιότητα και στην ανταλλαγή. Συνελόντι ειπείν, κάτω από τον λευκό μανδύα της «εκλογικευμένης» και «επιστημονικής» προσέγγισης ελλοχεύει η χυδαιότητα της ωμής επιβολής του καπιταλιστικού φαντασιακού, το οποίο, μετασχηματίζοντας την κοινωνική πραγματικότητα, είναι σαφώς προορισμένο για να κυριαρχήσει. Ακριβώς επειδή η οικονομία, με την ευρύτερη έννοια, θεωρείται, αλλά και αυτοανακηρύσσεται, ο εκφραστής της ορθολογικότητας του καπιταλισμού και των κοινωνιών μας, επιδεικνύει την κυριαρχία του φαντασιακού σε όλα τα επίπεδα. «Το ζητούμενο είναι να υποταχτούν τα πάντα στην “ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων”, με αποτέλεσμα, «η απεριόριστη επέκταση της ορθολογικής κυριαρχίας — ψευδοκυριαρχίας και ψευδοορθολογικότητας […]» να  καταστεί  η κεντρική φαντασιακή σημασία του σύγχρονου κόσμου.[9]

Τι συνιστά όμως αυτή την ορθολογικότητα και για ποια ακριβώς ορθολογικότητα μιλάμε; Όπως το θέτει ο Κορνήλιος Καστοριάδης, «ο καπιταλισμός είναι το πρώτο κοινωνικό καθεστώς που παράγει μια ιδεολογία, σύμφωνα με την οποία το ίδιο αυτό καθεστώς είναι “ορθολογικό”. Η νομιμοποίηση των άλλων τύπων θεσμίσεων της κοινωνίας ήταν μυθική, θρησκευτική ή παραδοσιακή».[10] Με άλλα λόγια, είναι ο καπιταλισμός που θεσμίζει την ορθολογικότητά του ως έσχατο κριτήριο νομιμοποίησης. Γνωρίζουμε όμως ότι όλες οι κοινωνίες αυτοθεσμίζονται και συγχρόνως νομιμοποιούν τον ίδιο τους τον εαυτό μέσα στον κύκλο της δημιουργίας. Άλλωστε, καμία δεδομένη κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να δημιουργήσει τους θεσμούς που την συνέχουν. Ακόμα όμως κι αυτή η υποτιθέμενη νομιμοποίηση δεν είναι παρά ένας όρος αδόκιμος και ταυτολογικός: «οι διατάξεις της Παλαιάς Διαθήκης ή του Κορανίου βρίσκουν τη δικαιολόγηση τους μέσα σ’ αυτό ακριβώς που διακηρύσσουν – ότι “ένας μόνον Θεός υπάρχει, ο Θεός”, και του οποίου εκπροσωπούν τον λόγο και τη θέληση […] Εξίσου ταυτολογική είναι η “νομιμοποίηση” του καπιταλισμού μέσω της ορθολογικότητας».[11]

Μια παρέκβαση σε αυτό το σημείο καθίσταται απαραίτητη. Μιλήσαμε για κοινωνίες που αυτοθεσμίζονται, ωστόσο χρειάζεται να κάνουμε εδώ μια διάκριση ανάμεσα στις ετερόνομες και τις αυτόνομες κοινωνίες, ακολουθώντας και πάλι τη σκέψη του Καστοριάδη. Σε μία ετερόνομη κοινωνία οι θεσμοί δεν αναγνωρίζονται ως δημιουργίες των ανθρώπων και καταλογίζονται σε μια υπερβαίνουσα αρχή — στον Θεό, στους προγόνους, ή — όπως στον Μαρξ — στους νόμους της ιστορίας, με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε στο απρόσβλητο των θεσμών, χωρίς ουσιαστικά να υπάρχει δυνατότητα αμφισβήτησης, μιας και οι θεσμοί μας δόθηκαν μια για πάντα. Αντιστοίχως, σε ατομικό επίπεδο, το ουσιώδες χαρακτηριστικό της ετερονομίας αφορά στην «κυριαρχία ενός αυτονομημένου φαντασιακού που ιδιοποιήθηκε τη λειτουργία να καθορίζει για λογαριασμό του υποκειμένου, και την πραγματικότητα και τον πόθο του»[12] (θα επανέλθουμε σε αυτό). Από την άλλη, σε μια αυτόνομη κοινωνία οι άνθρωποι έχουν επίγνωση πως οι θεσμοί είναι έργο δικό τους, πως δεν υπάρχει εγγύηση γι’ αυτούς τους θεσμούς και την ίδια στιγμή πως μπορούν και οφείλουν να αμφισβητούν τους εαυτούς τους και τα έργα τους. Επί του προκειμένου, ανθρώπινη ελευθερία δεν είναι να δρούμε χωρίς κίνητρα, όπως ισχυρίζονται κάποιοι φιλόσοφοι, ούτε να ικανοποιούμε απλώς τις επιθυμίες μας χωρίς κανέναν έλεγχο, αλλά να αποφασίζουμε ισότιμα μαζί με τους άλλους για τη δημιουργία των νόμων μας και να αυτοπεριοριζόμαστε στην περίπτωση που διαφωνούμε. «Η αυτονομία είναι ipso facto αυτοπεριορισμός […] Αυτή είναι η ελευθερία της δημοκρατίας, αυτό είναι το μεγαλείο της και αυτό είναι φυσικά ο τραγικός της χαρακτήρας […] Καμία εγγύηση δεν υπάρχει για την πραγματική δημοκρατία· όλες οι εγγυήσεις που μπορεί να σκεφτεί κανείς είναι σχετικές και αβέβαιες. Η λιγότερο σχετική απ’ όλες βρίσκεται στην παιδεία των πολιτών […], βρίσκεται πάντα στην κοινωνική μόρφωση και διαμόρφωση ατόμων που έχουν εσωτερικεύσει την ερώτηση, την αυτοστοχαστικότητα, τη βουλευτική ικανότητα και την ελευθερία […] Έτσι η αυτονομία είναι το πρόταγμα που στόχο του έχει να φέρει στο φως της ημέρας και να κάνει ρητά αυτοστοχαστική τη θεσμίζουσα εξουσία».[13] Όσον αφορά τώρα την ατομική αυτονομία αυτή επιτυγχάνεται όταν ένα άτομο είναι στα αλήθεια σε θέση να αλλάζει με επίγνωση τη ζωή του. Ας υπενθυμίσουμε μονάχα πως η διαύγαση, κεντρική έννοια στη φιλοσοφία του Καστοριάδη, ορίζεται ως «η εργασία μέσα απ’ την οποία οι άνθρωποι προσπαθούν να σκεφθούν αυτό που κάνουν, και να γνωρίσουν αυτό που σκέπτονται».[14]

Κλείνοντας την παρέκβαση, ας επανέλθουμε στο θέμα της «ορθολογικότητας». Στον καπιταλισμό πρωτεύον ζήτημα είναι η απεριόριστη επέκταση της παραγωγής και η επιδίωξη, κατά το δυνατόν, της ελαχιστοποίησης του κόστους. Αυτό που διαφοροποιεί τον καπιταλισμό από παραδοσιακές μορφές συσσώρευσης πλούτου είναι ο αδιάκοπος μετασχηματισμός των ήδη κεκτημένων παραγωγικών δυνάμεων και του τρόπου αξιοποίησής τους.[15] Το στοιχείο αυτό περιέχει την ουσία αυτού που θα αποκαλέσει ο Βέμπερ «ορθολογικότητα». Για τον Βέμπερ, η ορθολογική, ως προς τον σκοπό, συμπεριφορά προσηλώνεται σε έναν στόχο και αναζητεί τα κατάλληλα μέσα για την πραγμάτωση του. Κατ’ επέκταση, η συμφωνία πράξης και σκοπού φαίνεται να αποτελεί κριτήριο της ορθολογικότητας.[16] Διαπιστώνουμε ότι ετούτη η ορθολογικότητα περιορίζεται απλώς στην εργαλειακότητα των μέσων για την επίτευξη ενός αποδεκτού σκοπού και δεν έχει καμία παραπάνω αξία, όπως και ότι τίποτα δε μας εμποδίζει απ’ το να αμφισβητήσουμε την ίδια την ορθολογικότητα του σκοπού. Η επιλογή του καλύτερου μαχαιριού για να δολοφονήσεις κάποιον ή η επιλογή των καλύτερων μαχητικών αεροσκαφών για να ισοπεδώσεις μια πόλη σκοτώνοντας άμαχο πληθυσμό, εξαιτίας ακριβώς αυτής τους της ορθολογικότητας, όσον αφορά όχι μόνο τον επιδιωκόμενο σκοπό αλλά και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για τη μέγιστη αποτελεσματικότητα, αυξάνουν τον αποτροπιασμό μας. Επιπλέον, η καπιταλιστική ιδεολογία σε πολλές περιπτώσεις προβάλλει ως σκοπό της ορθολογικότητας την ευημερία. Το πρόβλημα είναι πως η ευημερία ταυτίζεται με ένα οικονομικό μέγιστο ή άριστο, το οποίο αναμένουμε να πραγματοποιηθεί. Η ορθολογικότητα αντιμετωπίζεται εδώ με όρους ποσοτικούς κι έτσι συρρικνώνεται σε μία οικονομική ορθολογικότητα. Στην ουσία, αυτό που παρατηρούμε είναι πως η «ορθολογική» ευημερία των αριθμών προϋποθέτει τον ανορθολογισμό της ανθρώπινης εξαθλίωσης. Στις «πλούσιες χώρες» συναντούμε ύφεση και ανεργία, ενώ την ίδια στιγμή στις «αναπτυσσόμενες χώρες» οι εμφύλιοι σπαραγμοί και οι επισιτιστικές κρίσεις επιδεινώνονται. Παράλληλα, εκθειάζονται τα οφέλη της τεχνολογικής εξέλιξης, χωρίς να λογίζεται το κόστος της υπερεκμετάλλευσης των φυσικών πόρων, με συνέπεια η καταστροφή του περιβάλλοντος να συνεχίζεται αμείωτα. Θα μπορούσαμε να γεμίσουμε τετράδια με σκέψεις πάνω στα δεινά που επέφερε ο θρίαμβος του «εξορθολογισμένου» καπιταλισμού. Ωστόσο, θα περιοριστούμε να αναφέρουμε πως η σημερινή νεοφιλελεύθερη μορφή της διεθνοποιημένης οικονομίας έρχεται να ολοκληρώσει τον κύκλο που ξεκίνησε τον προηγούμενο αιώνα η εγκαθίδρυση μιας φιλελεύθερης εκδοχής της. Ο κύριος στόχος των ελίτ που έλεγχαν και συνεχίζουν να ελέγχουν την οικονομία είναι η μεγιστοποίηση του ρόλου της λεγόμενης αγοράς και η ελαχιστοποίηση των κοινωνικών ελέγχων πάνω σε αυτή.

Έχοντας υπ’ όψιν τις παραπάνω αναλύσεις, κι αφού διακρίναμε την απεριόριστη επέκταση της ορθολογικής κυριάρχησης ως την πυρηνική κοινωνική φαντασιακή σημασία του καπιταλισμού, θα σκιαγραφήσουμε τώρα τις κοινωνικοϊστορικές μεταβολές οι οποίες, σε συνδυασμό με την ως άνω κυριάρχηση, συνέβαλαν τόσο στην ανάδυση του καπιταλισμού όσο και στην εξέλιξή του. Κατ’ αρχάς παρατηρούμε τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας, η οποία, ενώ αρχικά εμφανίζεται σύμφυτη με το πρόταγμα της αυτονομίας (ως απελευθερωτικό κίνημα απέναντι στη θρησκευτική ετερονομία), αφομοιωμένη πια μέσα στον καπιταλισμό, προσανατολίζεται στον περιορισμό και τη σταδιακή εξαφάνιση του ανθρώπινου παράγοντα στην παραγωγική διαδικασία, δεδομένου ότι ο άνθρωπος δύσκολα τιθασεύεται.[17] Κατά δεύτερον, η αντίληψη του χρόνου αλλάζει. Η καθιέρωση του μετρήσιμου ωρολογιακού χρόνου γεννά έναν ακριβή και «εξορθολογισμένο» χρόνο, ο οποίος «συνιστά, κατά τον Μάμφορντ, τη βάση της μετέπειτα βιομηχανικής επανάστασης και, όπως και μεγάλο μέρος της τεχνικής καινοτομίας που τίθεται στην υπηρεσία της παραγωγής, έχει και αυτή ως στόχο την καθυπόταξη του εργατικού δυναμικού».[18] Τρίτον, με τη γένεση του νεότερου Έθνους-Κράτους δημιουργείται μια εθνική σφαίρα, η οποία θα ευνοήσει τις συναλλαγές σε τοπικό και διεθνές επίπεδο, ενώ παράλληλα, η σταδιακή γραφειοκρατικοποίησή του προσφέρει ένα πρότυπο οργάνωσης το οποίο θα δανειστεί η καπιταλιστική επιχείρηση. Επιπροσθέτως, ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί χωρίς την παρουσία της κοινωνικής σύγκρουσης και αμφισβήτησης. Από τα κινήματα ανεξαρτητοποίησης των πρωτοαστικών κοινοτήτων έως τα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα, η αντιπαράθεση παρέχει στον καπιταλισμό την αναγκαία δημιουργικότητα, όπως επίσης και τα απαραίτητα όρια. Τέλος, καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσει η ανθρωπολογική μετάλλαξη του εαυτού ως homo economicus που συντελείται μέσα στις κοινωνίες της Δύσης.[19] Ανθρωπολόγοι όπως ο Μπρόνισλαβ Μαλινόφσκι και ο Μαρσέλ Μως, αναδεικνύοντας τη σημασία της ανταλλαγής και του δώρου στις αρχαϊκές κοινωνίες όσο και τις οικονομικές σχέσεις που τις διέπουν, μας βοηθούν να κατανοήσουμε πως ο homo economicus δεν συνιστά παρά μια νέα φιγούρα που αναδύεται μέσα στον «εκλογικευμένο», πια, «επιστημονικό παράδεισο», έναν μετάπλαστο δηλαδή (βλ. πρωτόπλαστους), όχι όμως ενός απόλυτου Θεού, αλλά ενός απόλυτου κοινωνικού γεγονότος, του καπιταλιστικού συστήματος.

Αυτό που παρουσιάζεται ως «οικονομική επιστήμη», έχοντας υποβληθεί σε σωρεία κριτικών αναλύσεων και δη επικρίσεων, διατηρεί στις μέρες μας ελάχιστες σχέσεις με την πραγματικότητα. Στην ουσία αποτελεί τον προνομιακό χώρο έκφρασης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Ενώ οι κλασικοί οικονομολόγοι προσπαθούσαν να εξετάσουν τη νέα κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα, οι επίγονοί τους, όχι μόνο υπερασπίζονται, αλλά πολύ περισσότερο, εξυμνούν το νέο καθεστώς. Η οικονομία τελικά ενδύεται με μαθηματική φορεσιά και προβάλλει αξιώσεις επιστημονικότητας. Το επιστημονικό παραπέτασμα δεν μπορεί όμως να κρύψει τον ιδεολογικό χαρακτήρα της νέας «επιστήμης». Προδίδεται από το γεγονός πως προσπαθεί να περιγράψει το οικονομικό καθεστώς ως ταυτόχρονα αναπόφευκτο και βέλτιστο. Ο ανορθολογισμός της οικονομικής «επιστήμης» εντοπίζεται στην ιδέα του διαχωρισμού των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Ανάμεσα σε άλλες, η οικονομική δραστηριότητα, είτε ενός μεμονωμένου ατόμου είτε μιας επιχείρησης, είναι αδύνατον να διαχωριστεί από το πλέγμα δραστηριοτήτων ενός πλήθους ατόμων ή οργανισμών καθώς χαρακτηρίζεται πάντοτε από μια εγγενώς απροσδιόριστη διάσταση, με συνέπεια να μην μπορεί να εξορθολογιστεί πλήρως.[20] Αυτή η ιδέα προβάλλεται, sotto voce, ως προϋπόθεση των αιτημάτων της οικονομικής θεωρίας. Πρώτον, το αίτημα της μαθηματικοποίησης, όπως και στην περίπτωση της ορθολογικοποίησης, περιστέλλει τα οικονομικά μεγέθη σε μια ακριβή ποσοτική πραγμάτευση (αλγεβρική-διαφορική). Όμως, όπως προαναφέραμε, τα οικονομικά μεγέθη δεν ποσοτικοποιούνται, λόγω της απροσδιόριστης διάστασης του συνόλου των παραγόντων που τα συνδιαμορφώνουν. Συν τοις άλλοις, «η χρήση του απειροστικού λογισμού απαιτεί συνεχή μεγέθη, πράγμα που δεν ισχύει για τα οικονομικά μεγέθη. Προβληματική καθίσταται έτσι και η έννοια της συνάρτησης που αναφέρεται σε καλώς καθορισμένες μεταβλητές που πρέπει να συνδέονται με καθορισμένο τρόπο».[21] Οι συναρτήσεις χρησιμότητας, στα μάτια μας, δεν είναι παρά ασυνάρτητες απεικονίσεις ενός αφηρημένου και αφελούς εξπρεσιονισμού[22]: ένα κακόγουστο αστείο φτιαγμένο από «ευπειθείς» οικονομολόγους. Εκεί που ο αληθινός κόσμος μεταβάλλεται σε συναρτήσεις, οι συναρτήσεις καθίστανται αληθινά όντα. Ο κόσμος που μας περιβάλλει δεν είναι παρά ένας κόσμος εμπορευμάτων έτοιμων προς κατανάλωση (τραγική διαπίστωση, η οποία δε φαίνεται να απασχολεί τους θεωρητικούς υπέρ το δέον). Το μόνο που απομένει στους οικονομολόγους είναι να μας προτρέπουν, με όλο το θάρρος της γνώμης τους, όχι μονάχα να καταναλώνουμε, αυτό δεν θα ήταν ωφέλιμο, αλλά να καταναλώνουμε υπεύθυνα. Αυτό μάλιστα! 

Το δεύτερο αίτημα αφορά την ορθολογικότητα του homo economicus, η οποία δεν περιορίζεται μονάχα στα άτομα αλλά επεκτείνεται και σε οργανισμούς. Αυτό το άθυρμα της «οικονομικής επιστήμης» προβάλλεται ως μια υπολογιστική μηχανή, με ικανότητα, λόγω ακριβώς της ορθολογικότητάς του, να σταθμίζει διαρκώς τα κόστη και τα κέρδη ώστε να προβαίνει σε αποφάσεις οι οποίες μεγιστοποιούν/ελαχιστοποιούν τις «χρησιμότητες και τις μη χρησιμότητές» του. Για μια φορά ακόμα παρατηρούμε την ίδια ιδεολογική τύφλωση. Όπως στη διαμόρφωση των απόψεων τους οι απολογητές του καπιταλισμού αγνοούν την ιστορία, την εθνολογία και την κοινωνιολογία έτσι και για τη θεμελίωση τού ως άνω αιτήματος αγνοείται η ψυχολογία, η ψυχανάλυση και η κοινωνιολογία των ομάδων και των οργανισμών. Κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει το σύνολο των διαθέσιμων προϊόντων, να τα επισκοπεί και ύστερα να ζυγίζει τα υπέρ και τα κατά τους. Ακόμα, κανείς δεν οδηγείται στις αποφάσεις του αποκλειστικά με κριτήρια ωφελιμότητας αλλά επηρεάζεται από πλήθος παραγόντων: τη μόδα, την κοινή γνώμη, την ίδια την κοινωνία. 

Καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα πως μια ολόκληρη άβυσσος χωρίζει αυτό που είναι πραγματικά ο καπιταλισμός, σε σχέση με τα αιτήματα της οικονομικής «επιστήμης» η οποία προσπαθεί να τον περιγράψει και να τον νομιμοποιήσει. Δεν υπήρξε, ούτε θα υπάρξει ποτέ, «ιδανική» αγορά και οι αδιάβλητοι κανόνες ανταγωνισμού που εξασφαλίζουν την ισότητα των ευκαιριών δεν είναι παρά αποκυήματα της φαντασίας των οικονομολόγων. Η διαπλοκή μεταξύ πολιτικής εξουσίας και οικονομικών συμφερόντων, οι κρατικές παρεμβάσεις, η χειραγώγηση των καταναλωτών μέσω της διαφήμισης, ο έλεγχος στη διακίνηση πληροφοριών και η επιβαλλόμενη τάξη μέσω της βίας κατά εργαζομένων και πολιτών είναι οι αδιάψευστοι μάρτυρες για αυτό. Από την άλλη, οι πολυεθνικές εταιρείες, οι διάφορες μαφίες και η χρηματιστηριακή κερδοσκοπία, εκλαμβάνοντας την επέλαση του κεφαλαιακού πλεονάσματος ως οικονομική αναγκαιότητα, αλώνουν τη διαφορετικότητα στο όνομα μιας «ορθολογικής» νομιμοποίησης των πράξεων τους. Το θεαματικότερο σημάδι της μυωπίας τους είναι η καταστροφή του περιβάλλοντος ως αποτέλεσμα της αλόγιστης εκβιομηχάνισης. Μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση είναι γελοίο πια να μιλάμε για ορθολογισμό.

Υπάρχει ένα ωραίο παραμύθι: «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος που ζούσε μέσα στην σπάνη. Έπειτα από πολλές περιπέτειες κι ένα μακρύ ταξίδι στις θάλασσες της οικονομικής επιστήμης συνάντησε την κοινωνία της αφθονίας. Παντρεύτηκαν και απέκτησαν πολλές ανάγκες».[23] Το παραμύθι μπορεί να λέει ψέματα ποτέ όμως δεν λέει ανοησίες. Για τους αρχαίους Έλληνες μια πλήρως βιωμένη ζωή διάγεται απ’ τους ανθρώπους στη δημόσια σφαίρα. Είναι προικισμένη δε με το βουλευτικόν, τη δυνατότητα να σκέπτεται κανείς και να αποφασίζει, και με την προαίρεσιν, την ικανότητα να προβλέπει και να επιλέγει. Ο αρχαίος άνθρωπος, λοιπόν, ορατός μες τη δημόσια αγορά κι απελευθερωμένος από τους υλικούς και βιολογικούς καταναγκασμούς της ιδιωτικής οικίας, δεν είναι δούλος. Δεν είναι υποχείριο της ανάγκης. Για τους σημερινούς κατοίκους των ανεπτυγμένων χωρών έχει επέλθει μια αντιστροφή των αξιών. Αόρατοι κι απομονωμένοι μέσα στην ιδιωτική τους σφαίρα είναι βυθισμένοι, σχεδόν πνιγμένοι, μέσα σ’ έναν ωκεανό επίπλαστων αναγκών. Τα πάντα έχουν γίνει οικονομία. Η καθημερινότητά τους, με τον εαυτό ως homo economicus, προσέλαβε τον χαρακτήρα μιας αποκλειστικής ενασχόλησης με την επιβίωση, λες και η επιβίωση είναι αυτοσκοπός και όχι η προϋπόθεση ενός αναστοχαστικού βίου άξιου να βιωθεί.[24] Κι ερχόμαστε έτσι στον πυρήνα της διαδικασίας κοινωνικής κατεργασίας του ατόμου, σ’ αυτήν που αφορά τις ανάγκες. Όπως διατείνεται ο Καστοριάδης, δεν υπάρχουν φυσικές ανάγκες[25], παρά μόνο ανάγκες που δημιουργεί η ίδια η κοινωνία, τις οποίες τις κάνει να αξίζουν και που εκπληρώνονται κατά το μάλλον ή ήττον, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Για έναν ορθόδοξο χριστιανό η αποταμίευση χρημάτων για να προσκυνήσει την εικόνα της Παναγίας στην Τήνο συνιστά μια ανάγκη. Ωστόσο, για έναν άθεο καπιταλιστή, ενώ το προσκύνημα αυτό αποτελεί μια δεισιδαιμονία, η αγορά ενός smartphone τελευταίας τεχνολογίας, ή μια προπληρωμένη συνδρομή στο Netflix, αντίστοιχα, είναι μια «απόλυτη ανάγκη». Με λίγα λόγια, η νεοφιλελεύθερη οικονομία συνεχίζει να λειτουργεί επειδή οι άνθρωποι συνεχίζουν να επιθυμούν ψευδοπροϊόντα και επειδή είναι σε θέση να τα αγοράζουν. Κι όπως η ίδια η ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών μάς έχει δείξει, το σύστημα δε θα καταρρεύσει με αφορμή μια γενικότερη εξαθλίωση του πληθυσμού, αλλά επειδή οι εκάστοτε κυβερνήσεις θα αδυνατούν να του παρέχουν αυτά τα «άγια προϊόντα». Αυτό, λοιπόν, που διαφοροποιεί τον καπιταλισμό είναι ότι τοποθέτησε τις οικονομικές ανάγκες στον πυρήνα των κοινωνιών μας, τις ικανοποίησε κουτσά στραβά, και δημιούργησε την αίσθηση πως είναι οι πιο κατάλληλες για να διάγεις έναν ευτυχισμένο βίο.[26] Τι μας απομένει, παρά να εργαστούμε, να είμαστε πειθαρχημένοι, να ανταγωνιστούμε για την αναρρίχησή μας σε μια καλύτερη θέση, να εκμεταλλευτούμε ο ένας τον άλλον ώστε να κερδίσουμε περισσότερα, για να αγοράσουμε μια μεγαλύτερη τηλεόραση, ένα πιο γρήγορο αυτοκίνητο και να περιμένουμε τελικά τις «διακοπές» για να διακόψουμε έστω και λίγο, έστω και ψευδαισθητικά, τη φρίκη της πληκτικής  μας καθημερινότητας. 

Ο Σουμπέτερ, όπως συνόψισε η Τζόαν Ρόμπινσον, μας έδωσε την καλύτερη δικαιολόγηση του καπιταλισμού: «το σύστημα είναι ασφαλώς σκληρό, άδικο, ταραχοποιό — αλλά προσφέρει το εμπόρευμα, και πάψτε να γκρινιάζετε, γιατί ακριβώς αυτό το εμπόρευμα είναι εκείνο που θέλετε».[27] Ήδη τρεις αιώνες πριν, ο Καρτέσιος, διατυπώνει στη γνωστή προγραμματική του ρήση το πνεύμα του καπιταλισμού: πρέπει να φτάσουμε στη γνώση και στην αλήθεια ώστε να γίνουμε κύριοι και κάτοχοι της φύσης. Στην ιδέα αυτή θεμελιώνεται τόσο ο καπιταλισμός όσο και ο μαρξισμός.[28] Όπως προαναφέραμε, το ζητούμενο είναι να υποταχθούν τα πάντα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η τάση προς κυριάρχηση είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ιδέα της προόδου. Θέτοντας όμως ως στόχο την πρόοδο δεν υπάρχει τέλος, δεν υπάρχει όριο, παρά μόνο εκείνο της αδιάλειπτης καθυπόταξης της κοινωνίας σε ένα παράλογο σχέδιο. Μέσα σ’ αυτήν τη θεσμισμένη ετερονομία του καπιταλιστικού φαντασιακού οι άνθρωποι, από την παιδική τους ηλικία, μαθαίνουν στο να θέλουν το εμπόρευμα και να ζητούν ακόμη περισσότερα. «Παντού διαδίδεται ένα ήθος ευκολίας, που μας εθίζει στην ιδέα ότι δεν πρέπει να υπάρχει — και δεν υπάρχει — καμία απόσταση ανάμεσα στις επιθυμίες μας και την πραγματοποίησή τους. Αυτό το ήθος της μη περατότητας και της αχαλιναγώγητης επιθυμίας συνιστά την ουσία της σημερινής κοινωνίας της κατανάλωσης και θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί μια μαζικοποιημένη και εκχυδαϊσμένη μορφή της κλασικής καπιταλιστικής και νεοτερικής έλξης για το άπειρο και την υπέρβαση των ορίων».[29]

Για τον Γκυ Ντεμπόρ, «όλη η ζωή των κοινωνιών στις οποίες κυριαρχούν οι σύγχρονες συνθήκες παραγωγής εμφανίζεται ως ένας τεράστιος σωρός θεαμάτων. Όλα όσα έχουν άμεσα βιωθεί απομακρύνονται σε μιαν αναπαράσταση».[30] Μέσα στο πλατωνικό λεξιλόγιο της παρουσίασης ενός ειδώλου η εικόνα αντικαθιστά την αλήθεια. Καθώς η οικονομική αξία γίνεται η μόνη αξία, τα προτεινόμενα πρότυπα, στο βαθμό που υπάρχουν, είναι καίρια και πεζά. Πρόκειται για πρότυπα επιτυχίας που δεν είναι ικανά να φορτιστούν με κάποιο αξιολογικό περιεχόμενο. Δεν θα μπορούσαν ποτέ να απαντήσουν στα ερωτήματα «Ποιος είμαι;» και «Τι να κάνω;». Υπάρχει υπό αυτή την έννοια μια κρίση ταυτότητας. Το παγκοσμιοποιημένο καταναλωτικό υποκείμενο, ως μια τέλεια επιθυμητική μηχανή που συνεχώς αναπτύσσεται μέσα σε ένα περιβάλλον γρήγορης και αδιάκοπης αλλαγής, φαίνεται να παλινδρομεί ανάμεσα στην πλήξη και την οδύνη. «Κάθε επιθυμία του εκφράζει μια απογοήτευση που ακόμα δεν έχει αναγνωριστεί και κάθε ικανοποίηση μια αναγνωρισμένη απογοήτευση».[31] Για τους φιλελεύθερους «ακτιβιστές»[32] (sic) το κυνήγι της ικανοποίησης ξεκινά με τις «καλύτερες» προθέσεις: την ιδέα ενός κυρίαρχου ατόμου, ενός κυρίαρχου καταναλωτή. Προϋποθέτει δηλαδή ένα έλλογο άτομο που χρησιμοποιεί τις δυνατότητες της τεχνολογίας έτσι ώστε να μην καταντά παίγνιο της. Εντούτοις, η κατανάλωση, θεωρούμενη ως πολιτισμός, μετατρέπει τους ανθρώπους σε παθητικά παίγνια των φαντασιώσεων τους.[33] Σύμφωνα με τον επηρμένο, μα απολύτως δικαιολογημένο, λόγο του Ντεμπόρ, οι άνθρωποι έχουν καταντήσει νούμερα σε γραφικές παραστάσεις σχεδιασμένες από ηλίθιους. «Πρόκειται για μισθωτούς φουκαράδες που περνιούνται για ιδιοκτήτες, για παραμυθιασμένους αδαείς που περνιούνται για μορφωμένοι, για νεκρούς που νομίζουν ότι ψηφίζουν. Πόσο σκληρά τους φέρθηκε ο τρόπος παραγωγής!».[34]

Η θεωρητική ανάλυση μπορεί να φτάσει το πολύ μέχρι στον παραπάνω τύπο αφορισμών. Μολαταύτα, η κριτική που θέλει να αδράξει την αλήθεια μέσα στον κόσμο (διακρίνοντας την αλήθεια απ’ την απλή ορθότητα) αποκαλύπτει μια συνεχή και επίπονη προσπάθεια. Την προσπάθεια που, μέσα από τη λογική συνοχή αλλά κι εκείνο που οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν λόγον διδόναι, θέλει να σπάσει τα φράγματα μιας κατεστημένης κλειστότητας, ώστε στο άνοιγμά της να συναντηθεί με αυτό που υπάρχει. Οι ωμόκεντρες[35] παρανοήσεις μιας καταναλωτικής αυθεντίας, στον υπότιτλο τούτης της εργασίας, αναφέρονται υπόρρητα και με τρόπο ειρωνικό σ’ αυτή την κλειστότητα, ωστόσο δεν αφορούν τον homo economicus. Αυτή η μαριονέτα θα εξακολουθήσει να υπάρχει όσο κυριαρχεί αυτός ο απάνθρωπος οικονομισμός κι όσο οι άνθρωποι μεταξύ του έρωτα για τη ζωή και μιας κρεατομηχανής θα συνεχίσουν να επιλέγουν το δεύτερο: να επιθυμούν, δηλαδή, τη σωρευτική ισχύ της ωμότητας για την οποία κάναμε λόγο παραπάνω. Το τι θα γίνει εξαρτάται από τις δράσεις και αντιδράσεις μας ώστε σύμφωνα με τα λόγια του Καμύ «να εμποδίσουμε την αποσύνθεση του κόσμου».[36] Ακόμα περισσότερο, όπως μας προτρέπει ο Καστοριάδης, χρειάζεται να ξεπεράσουμε την ασημαντότητα μας, να γίνουμε πραγματικά υπεύθυνοι της ιστορίας μας, ώστε να θεσμίσουμε «μια νέα φαντασιακή δημιουργία που η σημασία της δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτε ανάλογο στο παρελθόν, μια δημιουργία που θα έβαζε στο κέντρο της ζωής του ανθρώπου σημασίες άλλες από την αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης, που θα έθετε στόχους ζωής διαφορετικούς, για τους οποίους οι άνθρωποι θα μπορούσαν να πουν πως αξίζουν τον κόπο».[37] Αν, όπως συνήθως θέλουμε να καυχιόμαστε, έχουμε αποφασίσει να είμαστε ελεύθεροι, η απόφασή μας αυτή χρειάζεται να βρει πρόσφορο έδαφος ώστε να κατανοηθεί ως ήδη η πρώτη πραγματοποίηση της ελευθερίας μας. 


[1] Υιοθετούμε τον όρο ‘αποσύνθεση’ αντί του επικρατέστερου όρου ‘κρίση’ για να περιγράψουμε και να τονίσουμε την όξυνση του προβλήματος της αποδιάρθρωσης των κοινωνιών μας. Ακολουθούμε την προσεκτική επισήμανση των διαφορών των παραπάνω όρων έτσι όπως τις παρέθεσε ο Κορνήλιος Καστοριάδης στη συζήτησή του με τον Ολιβιέ Μορέλ στο Radio Plurielle: «έχετε δίκιο όταν λέτε πώς δεν βιώνουμε σήμερα μία κρίση με την αληθινή έννοια του όρου, δηλαδή μια στιγμή απόφασης. (Στα ιππο­κρατικά συγγράμματα ή κρίσις, η κρίση μιας ασθένειας, είναι η παροξυσμική στιγμή, που τελικά θα καταλήξει είτε στον θάνατο του άρρωστου είτε στην έναρξη της διαδικασίας ίασης, χάρη σε μια ευεργετική αντίδραση που θα προκληθεί από την ίδια την κρίση). Εμείς, αντίθετα, ζούμε σε μια φάση αποσύνθεσης. Σε μια κρίση υπάρχουν, αντίθετα στοιχεία που αντιμάχονται μεταξύ τους — ενώ αυτό που χαρακτηρίζει, ακριβώς, τη σύγχρονη κοινωνία είναι η εξαφάνιση των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων», βλ. Η άνοδος της ασημαντότητας, στο: Κορνήλιος Καστοριάδης, Η άνοδος της ασημαντότητας, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 2000, μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, σελ. 122

[2] Ήδη από το 1574 ο Ετιέν ντε Λα Μποεσί στο κείμενο του ‘Πραγματεία περί εθελοδουλείας’ εκδηλώνει τη δική του επίθεση ενάντια στον ίδιο τον άνθρωπο: «Ένας λαός σκλαβώνεται μόνος του, κόβει τον ίδιο του τον λαιμό όταν, έχοντας επιλέξει ανάμεσα στο να είναι υποτελής και στο να είναι ελεύθερος, εγκαταλείπει τις ελευθερίες και μπαίνει στο ζυγό, συναινώντας στην ίδια του τη δυστυχία, ή μάλλον, προφανώς, καλωσορίζοντάς την», στο: Ετιέν ντε Λα Μποεσί, Πραγματεία περί Εθελοδουλείας, εκδ. Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη 20195, μτφρ. Παναγιώτης Καλαμαράς, σελ. 52. Ολόκληρη η πραγματεία του Λα Μποεσί διαπνέεται από την κεντρική θέση πως το να είσαι άνθρωπος σημαίνει να είσαι ελεύθερος. Δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε στην αρχαιοελληνική γραμματεία για να διαπιστώσουμε τις ίδιες πεποιθήσεις περί ελευθερίας, από τις οποίες προφανώς ο Λα Μποεσί εμπνεύστηκε. Αρκεί να αναφέρουμε πως η συχνότητα της επίκλησής της στα αρχαία κλασικά κείμενα συνδέεται πρωτίστως με την ιδιότητα του πολίτη σε μια ευνομούμενη δημοκρατική πόλη, όπως επίσης και ότι η σημασία της είναι αξεχώριστη από την έννοια της αυτονομίας.

[3] Ο όρος deadpan στη Φωτογραφία χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια εικόνα ανέκφραστη που στερείται παντελώς συναισθημάτων και συγκίνησης. Δεν υπάρχει χαρά, ούτε και λύπη. Οι φωτογράφοι καταγράφουν απλώς κάτι όπως αυτό εμφανίζεται μπροστά τους, αποστασιοποιημένοι από το θέμα που φωτογραφίζουν, στοχεύοντας στην ειλικρίνεια. Η λέξη αδιαφορία χαρακτηρίζει με τον καλύτερο τρόπο τη διάθεση τους. Το πιο οικείο δείγμα deadpan αισθητικής το βρίσκουμε στις φωτογραφίες διαβατηρίου.

[4] Όπως σημειώνει ο Καστοριάδης, «Γιατί φαντασιακό; Διότι υποστηρίζω ότι η ανθρώπινη ιστορία, και κατά συνέπεια οι διάφορες μορφές γνωστών κοινωνιών που παρουσιάστηκαν μέσα σ’ αυτήν, καθορίζεται ουσιαστικά από τη φαντασιακή δημιουργία. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, φαντασιακό δεν σημαίνει, προφανώς φαντασματικό, πλασματικό ή ειδωλικό. Σημαίνει τοποθέτηση καινούργιων μορφών. Η τοποθέτηση αυτή δεν είναι καθορισμένη αλλά καθοριστική. Πρόκειται για τοποθέτηση χωρίς κίνητρο η οποία δεν μπορεί να εξηγηθεί με τη βοήθεια κάποιου αιτιακού, λειτουργικού ή ακόμα και ορθολογικού σχήματος», βλ. Αρχαίο ελληνικό και πολιτικό φαντασιακό, στο: Κορνήλιος Καστοριάδης, Η άνοδος της ασημαντότητας, όπ. π., σελ. 191

[5] Κορνήλιος Καστοριάδης, Η «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1998, μτφρ. Κώστας Σπαντιδάκης, Ζωή Χριστοφίδου – Καστοριάδη, σελ. 21

[6] Η Ναόμι Μπεκ εξετάζοντας την ανάπτυξη των ηθικών συναισθημάτων στο κοινωνικό εξελικτικό σχήμα του Δαρβίνου, σε αντιδιαστολή με εκείνο του Χάγιεκ, διαπιστώνει μια τραγική διαφορά στον τρόπο που προσεγγίζουν το ζήτημα της πολιτισμικής και ηθικής εξέλιξης. Ενώ ο Δαρβίνος ήταν πρόθυμος να ανακαλύψει εάν η θεωρία του μπορούσε να εξηγήσει ένα δεδομένο χαρακτηριστικό — το αίσθημα περί ηθικής, το ενδιαφέρον του Χάγιεκ, για τις απαρχές της ηθικής, είχε διαφορετικό κίνητρο: ήταν μέρος ενός ευρύτερου διανοητικού σχεδίου για να αποδείξει ακριβώς την υπεροχή του καπιταλισμού της ελεύθερης αγοράς, στο: Naomi Beck, Hayek and the Evolution of Capitalism, The University of Chicago Press, Chicago & London 2018, σελ. 91. Για μια περαιτέρω παρουσίαση της σχέσης του Χάγιεκ με τον κοινωνικό δαρβινισμό βλ. Alain Marciano, Economists on Darwin’s Theory of Social Evolution and Human Behaviour, European Journal of the History of Economic Thought 14 (4), 2007, σελ. 681–700

[7] Κορνήλιος Καστοριάδης, Η «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού, όπ. π., σελ. 22

[8] Καρλ Πολάνυι, Ο μεγάλος Μετασχηματισμός, εκδ. Νησίδες, Σκόπελος 2001, μτφρ. Κώστας Γαγανάκης

[9] βλ. Η άνοδος της ασημαντότητας, στο: Κορνήλιος Καστοριάδης, Η άνοδος της ασημαντότητας, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 2000, μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, σελ. 54

[10] Κορνήλιος Καστοριάδης, Η «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού, όπ. π., σελ. 12

[11] όπ. π., σελ. 14

[12] Κορνήλιος Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1981, μτφρ. Σ.Χαλικιάς, Γ.Σπαντιδάκη, Κ.Σπαντιδάκης, σελ. 152

[13] Κορνήλιος Καστοριάδης, Οι ομιλίες στην Ελλάδα, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 20204, σελ. 83-84

[14] Κορνήλιος Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, όπ. π., σελ. 14

[15] βλ. Το ζήτημα της ιστορίας του εργατικού κινήματος (1973) στο: Κορνήλιος Καστοριάδης, Η πείρα του εργατικού κινήματος, Τόμος 1, Πώς ν’ αγωνιστούμε, εκδ. Βέργος, Αθήνα 1977, μτφρ. Σ.Χαλκιάς, Β.Ψιμούλη, σελ. 50

[16] Σωκράτης Κονιόρδος, Η Θέση του Βέμπερ για την Προτεσταντική Ηθική της Εργασίας, Τόμος Α, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2002, σελ. 36

[17] Κορνήλιος Καστοριάδης, Η «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού, όπ. π., σελ. 29-30

[18] Πολιτική ομάδα για την αυτονομία, Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός, η κρίση του χρέους και η προοπτική, Περιοδικό Πρόταγμα, Τεύχος 3, Δεκέμβριος 2011, σελ. 124-125

[19] Κορνήλιος Καστοριάδης, Η «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού, όπ. π., σελ. 30-32

[20] Δυστυχώς δεν είναι δυνατό να επεκταθούμε εδώ σχετικά με τις σιωπηρές προϋποθέσεις των αιτημάτων της οικονομικής θεωρίας, όπως τις ονομάζει ο Καστοριάδης. Το παρακάτω παράδειγμα, ωστόσο, είναι ενδεικτικό. «Οι αποφάσεις της επιχείρησης, να επενδύσει ή όχι, να αυξήσει  ή να περιορίσει την παραγωγή, λαμβάνονται πάντα επί τη βάσει μιας πληροφόρησης αποσπασματικής και στρεβλωμένης — στις σημαντικές επιχειρήσεις, αυτές οι αποφάσεις είναι το αποτέλεσμα εσωτερικών αντιμαχιών ανάμεσα σε “ειδικούς” και γραφειοκρατικές κλίκες, δεν είναι το αποτέλεσμα μιας “ορθολογικής διαδικασίας αποφάσεως” (Simon κλπ.). Παρεκκλίνουν έντονα προς μιας κατεύθυνση ευνοϊκή για τη διατήρηση της διευθυντικής ομάδας, όπως το έδειξαν ήδη από τη δεκαετία του 1960 οι μελέτες του Robin Marris» στο: Κορνήλιος Καστοριάδης, Η «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού, όπ. π., σελ. 54. Για μια ενδελεχή παρουσίαση των θέσεων του Καστοριάδη πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα βλ. Κορνήλιος Καστοριάδης, Τα σταυροδρόμια του λαβυρίνθου, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1999, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, σελ. 228-233, όπως επίσης βλ. Σκέψεις πάνω στην «ανάπτυξη» και την «ορθολογικότητα» στο: Κορνήλιος Καστοριάδης, Χώροι του Ανθρώπου, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 2007, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, σελ. 11-56

[21] Θεοφάνης Τάσης, Καστοριάδης – Μια φιλοσοφία της αυτονομίας, εκδ. Ευρασία, Αθήνα 20072, σελ. 59. Για  μια πιο διεξοδική παρουσίαση της γελοιοποίησης των μαθηματικών από τους «επιστήμονες» οικονομολόγους βλ. Κορνήλιος Καστοριάδης, Η «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού, όπ. π., σελ. 39-46

[22] Με την έννοια ότι ένας εξπρεσιονιστής επιθυμεί πάνω από όλα να εκφράσει τον εαυτό του

[23] Ζαν Μπωντριγιάρ, Η καταναλωτική κοινωνία – Οι μύθοι της, Οι δομές της, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 20052, μτφρ. Β.Τομανάς, σελ.71

[24] Κρίστοφερ Λας – Κορνήλιος Καστοριάδης – Ζαν Κλωντ Μισεά, Η κουλτούρα του εγωισμού, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2014, μτφρ. Χ.Σταματοπούλου, σελ. 22-24

[25] Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι όποιον ορισμό της έννοιας του «φυσικού» κι αν επιλέξουμε δεν υπάρχουν «φυσικές ανάγκες». Όσο κι αν προσπαθήσουμε δεν θα μπορέσουμε ποτέ «να συμφωνήσουμε κοινωνικά για να προσδιορίσουμε ανάγκες που θα ανταποκρίνονταν σ’ αυτήν εδώ τη “φύση”» στο: Κορνήλιος Καστοριάδης & Ντάνιελ Κον-Μπεντίτ και το κοινό της Louvain-la-Neuve, Από την οικολογία στην αυτονομία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2005, μτφρ. Άλκης Σταύρου, σελ. 26

[26] όπ. π., σελ. 26-28

[27] Joan Robinson, Economic Philosophy, Penguin Books, Middlesex 19746, σελ. 130

[28] Η αυτονόμηση της τεχνικής στη μαρξική θεωρία έχει ως συνέπεια την παντελή έλλειψη μιας μαρξικής κριτικής στην καπιταλιστική τεχνολογία. Ο Μαρξ δεν κάνει καμία κριτική στην οργάνωση του καπιταλιστικού εργοστασίου. Δέσμιος του νεότερου φαντασιακού, της τεχνικής και οργανωτικής ορθολογικότητας που υποτίθεται ότι εξασφαλίζει την αυτόματη πρόοδο της ιστορίας, μετατρέπεται σε θεωρητικό εκφραστή του καπιταλιστικού πνεύματος. Για μια ενδελεχή παρουσίαση της καστοριαδικής κριτικής στον Μαρξ και στους μαρξισμούς βλ. Μαρξισμός και Επαναστατική Θεωρία στο: Κορνήλιος Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, όπ. π., σελ. 17-105, όπως επίσης βλ. Μαρξισμός-Λενινισμός: η κονιορτοποίηση, στο: Κορνήλιος Καστοριάδης, Η άνοδος της ασημαντότητας, όπ. π., σελ. 49-66 και Κορνήλιος Καστοριάδης, Τα σταυροδρόμια του λαβυρίνθου, όπ. π. σελ. 286-291

[29] Πολιτική ομάδα για την αυτονομία, Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός, η κρίση του χρέους και η προοπτική, Περιοδικό Πρόταγμα, όπ. π., σελ. 152

[30] Γκυ Ντεμπόρ, Η κοινωνία του θεάματος, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2016, μτφρ. Γ.Ι.Μπαμπασάκης, σελ. 15

[31] Άρθουρ Σοπενάουερ, Τα πάθη του κόσμου, εκδ. Printa, Αθήνα 20074, μτφρ. Η.Π.Νικολούδης, σελ. 12

[32] Michael Freeden, Φιλελευθερισμός – μια πολύ σύντομη εισαγωγή, Π.Ε.Κ., Ηράκλειο 2021, μτφρ. Μ.Παπαηλιάδη, βλ. κυρίως το απολογητικό επίμετρο του επιστημονικού επιμελητή Φ.Παιονιδή, Φιλελεύθερος ακτιβισμός, σελ. 211-22

[33] Κρίστοφερ Λας – Κορνήλιος Καστοριάδης – Ζαν Κλωντ Μισεά, Η κουλτούρα του εγωισμού, όπ. π., σελ. 43-44

[34] Γκυ Ντεμπόρ, In Girum Imus Nocte Et Consumimur Igni, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1990, μτφρ. Π.Δ.Τσαχαγέας, σελ. 7

[35] Αυτή η καινούργια λέξη θα ξενίσει σε πολλούς. Ωστόσο, η «ζωή» μιας γλώσσας βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητά της να πλουτίζει, να αφομοιώνει, να αλλάζει, διατηρώντας αυτούσια τη ζωτικής της δύναμη. Περνώντας τώρα στην ίδια τη λέξη «ωμόκεντρος», η σημασία της, όπως εμείς την εννοούμε, δεν εξαντλείται απλά σε ένα λογοπαίγνιο με την ομόηχή της «ομόκεντρος» χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν προσπαθεί να «κλέψει» κάτι από τη σημασία της δεύτερης. Τη γέννησή της ακολουθεί ένα ουρλιαχτό, όπως εκείνο το ουρλιαχτό ενός νεογέννητου μωρού. Μόνο που στην περίπτωσή μας, ετούτη η εν τω κόσμω κραυγή, δεν συνοδεύεται από δάκρυα χαράς, αλλά από ζοφερές κι απόκοσμες σκέψεις. Οι σκέψεις αυτές έχουν να κάνουν με την ωμότητα και την απανθρωπιά μέσα στον κόσμο μας. Η ωμότητα και η απανθρωπιά όμως δεν είναι λέξεις κενές που έπεσαν ξαφνικά, σαν αστραπές, πάνω στα κεφαλιά μας. Πρόκειται για στάσεις βίου, για πραγματικές, άρα ήδη διαμορφωμένες, καταστάσεις που καταδεικνύουν συγκεκριμένες πράξεις. Πράξεις ανθρώπινες οι οποίες, συνειδητά ή ασυνείδητα, εφορμούν πάνω στις εναπομείνασες κοινωνικές αντιστάσεις, τις πληγώνουν θανάσιμα, και που τελικά, μέσω μιας συλλογικής και άκριτης παρα-κίνησης, γίνονται μέρος της κουλτούρας μας και εγκαθίστανται στο κέντρο των κοινωνιών μας. Η λέξη ωμός, ήδη από την αρχαιότητα, είναι πολυσημική· έχει τη σημασία, μεταξύ άλλων, του άγουρου, του ανώριμου, του άψητου, αλλά και της σκληρότητας, της αγριότητας, της απανθρωπιάς. Από την άλλη, η λέξη κέντρο, η περιοχή ενός σώματος που απέχει εξίσου από τα άκρα του – το μέσον, προέρχεται από το ρήμα κεντέω που φέρει τη σημασία του τσιμπώ – κεντρίζω, πληγώνω με κάτι αιχμηρό. Όπως λοιπόν ωμοβόρος, ωμόπλινθος, ωμοφάγος και ωμόφρων, έτσι και ωμόκεντρος. Για να θυμηθούμε και τα λόγια του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, «η σημασία μιας λέξης είναι ένας τρόπος χρησιμοποίησής της. Διότι είναι αυτό που μαθαίνουμε όταν η λέξη ενσωματώνεται για πρώτη φορά στη γλώσσα μας». Συνελόντι ειπείν, η οικονομική πρόοδος, η απεριόριστη ανάπτυξη, η κατανάλωση, ο «ορθολογισμός», η κυριαρχία επί της φύσης και τελικά η κυριαρχία επί των ανθρώπων, ως κεντρικές σημασίες του κοινωνικού μας φαντασιακού, δημιουργημένες μάλιστα από εμάς τους ίδιους, καθίστανται το χρονικό ενός καπιταλιστικού συστήματος-χαμαιλέοντα στην πιο απάνθρωπη/ωμή μορφή του. Η απάθεια, η ιδιώτευση, ο ναρκισσισμός και η ασημαντότητα των ανθρώπων ενώ φανερώνουν ακριβώς την ανώριμη κι αστόχαστη συν-παρακίνηση προς το ίδιο αυτό κέντρο, την ίδια στιγμή συνιστούν την εκδήλωση και τις πληγές αυτής της ωμότητας την οδυνηρή έκπτωση των σημασιών της κοινωνίας μας.

[36] Στην ομιλία του στα βραβεία Νόμπελ ο Καμύ, μεταξύ άλλων, αναφέρει “Each generation doubtless feels called upon to reform the world. Mine knows that it will not reform it, but its task is perhaps even greater. It consists in preventing the world from destroying itself”. (Χωρίς αμφιβολία, κάθε γενιά νιώθει ότι καλείται να αλλάξει τον κόσμο. Η δικιά μου γνωρίζει ότι δε θα τα καταφέρει, αλλά το έργο της είναι πιθανόν ακόμη σπουδαιότερο. Συνίσταται στο να εμποδίσει την αποσύνθεση του κόσμου —  η μετάφραση δική μας) βλ. Albert Camus, Banquet speech, NobelPrize.org, Nobel Prize <https://www.nobelprize.org/prizes/literature/1957/camus/speech/> (26/01/2022)

[37] Κορνήλιος Καστοριάδης, Η άνοδος της ασημαντότητας, όπ. π., σελ. 129

Βιβλιογραφία

Beck Ν., Hayek and the Evolution of Capitalism, The University of Chicago Press, Chicago   & London 2018

Camus A., Banquet speech, NobelPrize.org, Nobel Prize 1957 <https://www.nobelprize.org/prizes/literature/1957/camus/speech/> (ανακτήθηκε 26/01/2022) 

Freeden M., Φιλελευθερισμός – μια πολύ σύντομη εισαγωγή, Π.Ε.Κ., Ηράκλειο 2021, μτφρ. Μ.Παπαηλιάδη

Καστοριάδης Κ., Η πείρα του εργατικού κινήματος, Τόμος 1, Πώς ν’ αγωνιστούμε, εκδ. Βέργος, Αθήνα 1977, μτφρ. Σ. Χαλκιάς, Β. Ψιμούλη

Καστοριάδης Κ., Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1981, μτφρ. Σ.Χαλικιάς, Γ.Σπαντιδάκη, Κ.Σπαντιδάκης

Καστοριάδης Κ., Η «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1998, μτφρ. Κώστας Σπαντιδάκης, Ζωή Χριστοφίδου – Καστοριάδη

Καστοριάδης Κ., Τα σταυροδρόμια του λαβυρίνθου, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1999, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας

Καστοριάδης K., Η άνοδος της ασημαντότητας, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 2000, μτφρ. Κώστας Κουρεμένος

Καστοριάδης Κ. & Κον-Μπεντίτ Ν. και το κοινό της Louvain-la-Neuve, Από την οικολογία στην αυτονομία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2005, μτφρ. Άλκης Σταύρου

Καστοριάδης Κ., Χώροι του Ανθρώπου, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 2007, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας

Καστοριάδης Κ., Οι ομιλίες στην Ελλάδα, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 20204

Κονιόρδος Σ., Η Θέση του Βέμπερ για την Προτεσταντική Ηθική της Εργασίας, Τόμος Α, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2002

Λας Κ. – Καστοριάδης Κ. – Μισεά Ζ.Κ., Η κουλτούρα του εγωισμού, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2014, μτφρ. Χ.Σταματοπούλου

Μποεσί Ετιέν ντε Λα, Πραγματεία περί Εθελοδουλείας, εκδ. Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη 20195, μτφρ. Παναγιώτης Καλαμαράς

Μπωντριγιάρ Ζ., Η καταναλωτική κοινωνία – Οι μύθοι της, Οι δομές της, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 20052, μτφρ. Β.Τομανάς

Ντεμπόρ Γ., In Girum Imus Nocte Et Consumimur Igni, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1990, μτφρ. Π.Δ. Τσαχαγέας

Ντεμπόρ Γ., Η κοινωνία του θεάματος, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2016, μτφρ. Γ.Ι.Μπαμπασάκης

Πολάνυι Κ., Ο μεγάλος Μετασχηματισμός, εκδ. Νησίδες, Σκόπελος 2001, μτφρ. Κώστας Γαγανάκης

Robinson J., Economic Philosophy, Penguin Books, Middlesex 19746

Σοπενάουερ Ά., Τα πάθη του κόσμου, εκδ. Printa, Αθήνα 20074, μτφρ. Η.Π.Νικολούδης

Τάσης Θ., Καστοριάδης – Μια φιλοσοφία της αυτονομίας, εκδ. Ευρασία, Αθήνα 20072

Περιοδικά

Marciano A., Economists on Darwin’s Theory of Social Evolution and Human Behaviour, European Journal of the History of Economic Thought 14 (4), 2007, σελ. 681–700

Πολιτική ομάδα για την αυτονομία, Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός, η κρίση του χρέους και η προοπτική, Περιοδικό Πρόταγμα, Τεύχος 3, Δεκέμβριος 2011, σελ. 121-155

Leave a comment

Comments (

0

)